ἑλκυστήρ

ἑλκ-υστήρ, ῆρος, ,
A instrument for drawing: surgeon's crochet, Hp.Mul.1.70; a rein, Sch. Il.16.475, Hsch.s.v.ῥυτήρ.
II as Adj., ἑ. πόνος toil of dragging, Opp. H.5.20.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑλκυστήρ — instrument for drawing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκυστῆρα — ἑλκυστήρ instrument for drawing masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκυστῆρες — ἑλκυστήρ instrument for drawing masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκυστῆρι — ἑλκυστήρ instrument for drawing masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκυστῆρσι — ἑλκυστήρ instrument for drawing masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελκυστήρας — ο (AM ἑλκυστήρ) νεοελλ. 1. μέρος τού σαμαριού τού αλόγου που προσαρμόζεται στο στήθος του, μπροστινέλα 2. τρακτέρ, όχημα έλξης με ειδικούς τροχούς ή ερπύστριες για να μπορεί να κινείται σε ανώμαλο έδαφος αρχ. 1. εμβρυουλκός 2. χαλινάρι 3. ως επίθ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.